Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Ἀπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεὸ λατρεία

Ο ,τι ἀνώτερο καὶ εὐγενέστερο μπορεῖ νὰ ποθήσει καὶ νὰ τελέσει ὁ ἄνθρωπος ἐπάνω στὴ γῆ εἶναι ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀνύψωση, τὴν ἀναφορὰ τῆς ὅλης ὑπάρξεώς του πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὸν οὐρανό, τὸν Θεό· ἀναφορὰ ποὺ ὑπαγορεύεται στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ψυχή του,ἡ ὁποία, δημιουργημένη κατευθείαν ἀπὸ τὸν Θεό, ποθεῖ τὴν ἕνωσή της μὲ τὸν δημιουργὸ καὶ πλάστη της. Εἶναι λοιπὸν ἔμφυτη ἡ κλίση αὐτὴ καὶ τάση καὶ ροπὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς λατρείαν τοῦ θείου.
Ἀπὸ μιὰ πρώτη ματιὰ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ εἶναι κάτι ἀπολύτως προσωπικό, ποὺ ἀφορᾶ στὴν ἰδιαίτερη σχέση τοῦ κάθε ἀνθρώπου χωριστὰ μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα του, ἀκριβῶς γιὰ τὸν λόγο ποὺ ἐκθέσαμε μόλις προηγουμένως. Ὅμως ὁ Κύριος ἔθεσε τὴν προσωπικὴ αὐτὴ σχέση ἀπαραιτήτως καὶ σὲ μιὰ ἄλλη συνάρτηση τόσο βασική, ὥστε, ἂν δὲν συντρέχει αὐτή, νὰ μένει ἀτελέσφορη καὶ ἀπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεὸ κάθε προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ἕνωσή του μὲ Ἐκεῖνον.
Ἤδη ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Θεὸς ἀπορρίπτει μὲ βδελυγμία τὶς θυσίες τῶν δικῶν του
ἀνθρώπων, ὅταν αὐτὲς δὲν συνοδεύονταν ἀπὸ ἐλεημονικὴ καὶ φιλεύσπλαχνη διάθεση
πρὸς τὸν πλησίον, τὸν συνάνθρωπο. «Ἀηδεῖς καὶ σιχαμένες μοῦ εἶναι οἱ θυσίες σας, λέγει,
διότι τὰ χέρια σας εἶναι γεμάτα αἷμα ἀδελφικό. Μάθετε πρῶτα νὰ κάνετε τὸ καλὸ στὸν ἄλλον,
ἀφῆστε τὶς ἀδικίες καὶ ἀποδῶστε τὸ δίκαιο, καὶ μετὰ ἐλᾶτε νὰ μιλήσουμε» (βλ. Ἡσ. α΄ 11-18).
Στὴν Καινὴ Διαθήκη τὰ κριτήρια γίνονται ἀκόμη πιὸ λεπτά. Ὁ Κύριος στὴν «ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία» του συνιστᾶ στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνον ποὺ προσεγγίζει τὸ θυσιαστήριο τοῦ Ἀπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεὸ
λατρεία Θεοῦ, νὰ διακόψει τὴ λατρεία του καὶ νὰ πάει νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν ἀδελφό του πρῶτα – ἂν ὑπάρχει κάτι μεταξύ τους – κι ἔτσι ἔπειτα νὰ ἔλθει νὰ λατρεύσει τὸν Θεό. «Ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ, ἄφες ἐκεῖ
τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε
ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου» (Ματθ. ε΄ 23-24). Ἐντύπωση προκαλεῖ τὸ ὅτι ὁ Κύριος δὲν λέει «ἂν θυμηθεῖς ὅτι ἐσὺ ἔχεις κάτι μὲ τὸν ἀδελφό σου», ἀλλὰ ὅτι «ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι μὲ σένα». Ἐδῶ
βρίσκεται ἡ λεπτότητα τῶν κριτηρίων ποὺ θέτει ὁ Χριστός. Ἐσὺ μπορεῖ νὰ μὴ νιώθεις τίποτε ἐναντίον τοῦ ἄλλου,ἢ νὰ λὲς ὅτι δὲν νιώθεις (τὸ πιὸ συνηθισμένο). Καταλαβαίνεις ὅμως, ξέρεις, θυμᾶσαι ὅτι ὁ ἄλλος ἔχει κάτι ἐναντίον σου, τὸ ὁποῖο μένει ἀγκάθι στὶς σχέσεις σας. Τρέξε λοιπὸν νὰ συμφιλιωθεῖς. Δὲν ἀρκεῖ νὰ πεῖς «ἐγὼ δὲν ἔχω τίποτε μαζί του» ἢ «ἐγὼ τὸν ἔχω συγχωρέσει. Αὐτός... πρόβλημά του, ἂν ἔχει κάτι μαζί μου». Δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ μένεις ἀδιάφορος γιὰ τὸ ἂν ὁ ἄλλος συνέχεται ἀπὸ κάτι στὶς μεταξύ σας σχέσεις.
Ὀφείλεις νὰ πᾶς νὰ διαλλαγεῖς, ἔστω κι ἂν τὸ πρόβλημα τὸ ἔχει ὁ ἄλλος καὶ ὄχι ἐσύ. Ἀλλιῶς ἡ λατρεία σου δὲν γίνεται εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεό.
Ὑπάρχει καὶ ἄλλη περίπτωση, ἀκόμα εἰδικότερη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐνταχθεῖ στὸν ἴδιο κανόνα καὶ αὐτή. Εἶναι ἡ περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία αὐτὸς ποὺ ὁδηγεῖ τὰ βήματά του στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ εἶναι
ὁ ἀδικηθεὶς ἀπὸ κάποιον ἄλλον καὶ ὄχι ὁ ἀδικήσας. Εὔλογα λοιπὸν θὰ μποροῦσε νὰ ἀναλογιστεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός: «Ἐγὼ εἶμαι τὸ θύμα· ἐγὼ θὰ πάω νὰ ζητήσω συγγνώμη; Ὁ ἄλλος ποὺ μὲ ἀδίκησε ὀφείλει νὰ ἔλθει».
Τὴν ἀπάντηση στὴν ἔνσταση αὐτὴ μᾶς τὴ δίνουν κάποιοι προτρεπτικοὶ στίχοι στὴν Ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως. Διαβάζουμε: «Μέλλων φαγεῖν, ἄνθρωπε, Σῶμα Δεσπότου... θεῖον δὲ πίνων Αἷμα
πρὸς μετουσίαν (=μετάληψη) πρῶτον καταλλάγηθι τοῖς σὲ λυποῦσιν, ἔπειτα θαρρῶν μυστικὴν βρῶσιν φάγε». Προτοῦ προσέλθεις, ἄνθρωπε, νὰ κοινωνήσεις, πήγαινε νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ ἐκείνους ποὺ
σὲ λυποῦν. «Τοῖς σὲ λυποῦσι». Ὄχι μὲ ἐκείνους ποὺ λυπεῖς ἐσὺ λόγῳ ἀδικίας ποὺ τοὺς προξενεῖς, ἀλλὰ μὲ ἐκείνους ποὺ σὲ λυποῦν, ἐπειδὴ σὲ ἔχουν βλάψει, σὲ ἔχουν ἀδικήσει μὲ ὁποιονδήποτε τρό-
πο. Πάλι ἐδῶ ἡ ἀντιστροφὴ τῶν πραγμάτων. Τὸ ἀντίθετο ἀπ’ ὅ,τι θὰ περιμέναμε.
Ὁ ἀδικηθεὶς νὰ πάει νὰ συμφιλιωθεῖ. Κι ἐπειδὴ συχνὰ συμβαίνει σὲ μιὰ διένεξη ὁ καθένας νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἀδικημένο ἀπὸ τὸν ἄλλο, γι’ αὐτὸ νὰ μὴ βραδύνει. Νὰ πάει πρῶτος αὐτός, γιὰ νὰ ἐπέλ-
θει ἡ καταλλαγή, ἡ συμφιλίωση.
Τί ὑψηλά, πράγματι, νοήματα! Πόσο ἁγνὴ πρέπει νὰ προσφέρεται ἡ λατρεία μας πρὸς τὸν Θεό! Καὶ πόση σημασία δίνει ὁ Κύριός μας στὴ μεταξύ μας ἀγάπη, ὥστε νὰ προτιμᾶ νὰ διακόπτεται ἡ δική
του λατρεία, προκειμένου τὰ πλάσματα τῆς ἀγάπης του, οἱ λογικὲς εἰκόνες του, οἱ ἄνθρωποι, νὰ βρίσκονται μεταξύ τους ἐν αγάπῃ, ἐν ὁμονοίᾳ καὶ εἰρήνῃ!
Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο καὶ βασικότερο.

Aνώτερο κι ἀπὸ τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ. Διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν
νὰ παύσει νὰ ἰσχύει: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ὡσ. ς΄ 6, Ματθ. θ΄ 13). Αὐτὸ
ποὺ θέλω ἀπὸ σᾶς, λέει ὁ Θεός, δὲν εἶναι οἱ θυσίες τῶν ζώων ποὺ προσφέρετε, ἀλλὰ
νὰ ἔχετε εὐσπλαχνικὴ καρδιά.
Καρδιὰ ποὺ νὰ ἐναγκαλίζεται τοὺς πάντες!


ΠΗΓΗ: ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
Ο ΣΩΤΗΡ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου